σίτθ'

σίττα , σίττα
st!
indeclform (exclam)
σίτται , σίττη
nuthatch
fem nom/voc pl
σίττᾱͅ , σίττη
nuthatch
fem dat sg (doric aeolic)
σίττε , σίττος
nuthatch
masc voc sg
σίσσα , σίζω
hiss
aor ind act 1st sg (epic)
σίσσε , σίζω
hiss
aor ind act 3rd sg (epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σίττα — (I) και ψίττα και ψύττα Α επιφώνημα τών βοσκών με το οποίο οδηγούσαν τα ποίμνια (α. «οὐκ ἀπὸ τᾱς κράνας σίττ , ἀμνίδες», Θεόκρ. β. «σίτθ , ἀ Κυμαίθα, ποτὶ τὸν λόφον», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Ονοματοποιημένη λ.]. (II) και λόγιος τ. σίττη, η, Ν ζωολ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.